
Μπαμ μπαπ το μπαλάκι πέρα δώθε. Ήχος όμοιος και ρυθμικός αν έπαιζαν καλύτερα. Δεν έπαιζαν, στις 4-5 μπαλιές η μία χαμένη. Κι ο ήλιος αδυσώπητα έλουζε τα πάντα αν και περασμένη η ώρα της μέρας, σχεδόν απόγευμα. Το κύμα λίγο, το αεράκι που το έφερνε ακόμα λιγότερο, λες και είχε εξαντληθεί στο μεταξύ σέρνοντας το κύμα να το απλώσει στην ακροθαλασσιά. Μα κείνο επανερχόταν πεισματικά πίσω.
Καθόταν εκεί, μόνη, κοιτώντας στην θάλασσα πέρα μακριά, καμία έκφραση. Θα’λεγες πως έκανε ηλιοθεραπεία, μα καθόταν στητή άκαμπτη ανέκφραστη παγωμένη εν μέσω τόσης ζέστης. Καθόταν και κοιτούσε πέρα.
Μπαπ μπαπ το μπαλάκι πέρα δώθε. Κι έξαφνα, σε μια αλλαγή κατεύθυνσης η τροχιά του βρίσκει την αριστερή γάμπα. Μπροστά στο καλάμι, στο μέσον ακριβώς. Κι ασυνήθιστο αυτό στην διαφορετική της ρακέτας επιφάνεια πρόσκρουσης, πέφτει δίπλα ξέπνοο χωρίς να πάρει την απαιτούμενη δύναμη για ακόμα μια δυναμική τροχιά.
Κανένας πόνος. Τόσο άδεια μέσα της που ως κι ο πόνος δεν υπήρχε... σχεδόν εξεπλάγη έτσι όπως από χτες το περίμενε, έτσι όπως τις έβλεπε να παίζουν ρακέτες μια ώρα συνεχόμενη στην παραλία. Και τώρα που συνέβη αυτό που περίμενε, δεν ένοιωσε ούτε έκπληξη ούτε και πόνο. Τίποτε. Εκεί καταμεσής στο κέντρο της αριστερής γάμπας. Τίποτε.
Καθόταν εκεί, μόνη, κοιτώντας στην θάλασσα πέρα μακριά, καμία έκφραση. Θα’λεγες πως έκανε ηλιοθεραπεία, μα καθόταν στητή άκαμπτη ανέκφραστη παγωμένη εν μέσω τόσης ζέστης. Καθόταν και κοιτούσε πέρα.
Μπαπ μπαπ το μπαλάκι πέρα δώθε. Κι έξαφνα, σε μια αλλαγή κατεύθυνσης η τροχιά του βρίσκει την αριστερή γάμπα. Μπροστά στο καλάμι, στο μέσον ακριβώς. Κι ασυνήθιστο αυτό στην διαφορετική της ρακέτας επιφάνεια πρόσκρουσης, πέφτει δίπλα ξέπνοο χωρίς να πάρει την απαιτούμενη δύναμη για ακόμα μια δυναμική τροχιά.
Κανένας πόνος. Τόσο άδεια μέσα της που ως κι ο πόνος δεν υπήρχε... σχεδόν εξεπλάγη έτσι όπως από χτες το περίμενε, έτσι όπως τις έβλεπε να παίζουν ρακέτες μια ώρα συνεχόμενη στην παραλία. Και τώρα που συνέβη αυτό που περίμενε, δεν ένοιωσε ούτε έκπληξη ούτε και πόνο. Τίποτε. Εκεί καταμεσής στο κέντρο της αριστερής γάμπας. Τίποτε.
Η κοπέλα την πλησιάζει με ενοχικό μουδιασμένο χαμόγελο για να συλλέξει το μπαλάκι, ψελλίζοντας συγγνώμη συγγνώμη. Της χαμογέλασε: εντάξει, δεν έγινε και τίποτε, δεν σακατεύτηκα! Της χαμογέλασε, θα μπορούσε να ορκιστεί ότι ετούτο ήταν το λιγότερο ατυχές γεγονός όλης της μέρας. Τίποτε δεν ήταν, τίποτε. Της χαμογέλασε έτσι για ανταπόδοση αυτού του χαμόγελου -του ενοχικού- που πήρε από το κορίτσι. Χαμογέλασε γεμάτη τρυφερότητα σε ένα χαμόγελο που έστω κι έτσι, εισέπραξε.
Μα τι ήταν ετούτη η ζωή που ήταν υποχρεωμένη να υφίσταται; Εκείνος έλειπε, είχε ανεβεί στο δωμάτιό τους μετά από ένα μεγαλειώδη τσακωμό. Ή, ήταν αλλού, ποιος ξέρει. Δεν ξέρει, κάθεται και κοιτά την θάλασσα και δεν την νοιάζει τίποτε. Λες και προκαλεί τον πόνο: έλα σε κοιτώ κατάματα, σε αντέχω, είμαι εκπαιδευμένη. Είσαι τόσο αντιμετωπίσιμος, σε έχω φάει με το κουτάλι. Πόσος ακόμα μπορείς να έρθεις; Τι άλλο θα σκαρφιστείς για να με πληγώσεις, τι άλλο θα τελειώσει πριν καλά καλά αρχίσει;
-μην μου ψαλιδίζεις τα φτερά μου, είχε πει, όχι στον πόνο, αυτόν τον αγνοεί, σε εκείνον το είχε πει. Εκεί, την ώρα του τσακωμού ανάμεσα από τα τσιτάτα του άλλου. Μην μου ψαλιδίζεις τα φτερά μου, κανείς δεν έχει δικαίωμα να το κάνει αυτό για κανέναν άνθρωπο στον κόσμο. Κανείς.
Μπαίνει στην θάλασσα βγαίνει, κάθεται δίπλα του ξανά. Εκείνος δευτερολόγησε. Πιάστηκε από κάτι που εκείνη του είπε πριν. Να αναρριχηθεί ακόμα μια δυσαρμονία, ακόμα μια διαφωνία, ακόμα μια ανομοιότητά τους. Μέσα της σκεφτόταν κέρβερε κέρβερε και προσπαθούσε μην δείξει ηττημένη από την απογοήτευση μα σύντομα θα την πρόδιδαν αυτά τα διαολεμένα που θα κυλούσαν στο πρόσωπό της. Σηκώθηκε απότομα και του είπε:
-ξέρεις πόσα χρόνια γυρεύω μια αφορμή για να ζήσω;
Κι ευχήθηκε μπαίνοντας στην θάλασσα έτσι να χανόταν σαν εκείνη στην ταινία που έμπαινε φορώντας ένα μαύρο μακρύ και φαρδύ φόρεμα και βάδιζε βάδιζε βάδιζε στητή μέχρι που το νερό την σκέπασε, μέχρι που την κατάπιε το κύμα. Έτσι να εξαφανιζόταν ευχήθηκε.
Αυτό είναι, σκέφτηκε, είμαι πνιγμένη, είμαι στον βυθό και όσο αντέχουν τα πνευμόνια μου, κι ο άλλος είναι η ξαφνική μου ανάδυση, η μια μόνη ανάσα που παίρνω σαν συνειδητοποιώ ότι υπάρχει, η ανάσα που προσπαθώ να χωρέσω όλο το οξυγόνο του κόσμου μέσα μου για να αντέξω την ασφυξία της επόμενης στιγμής. Κι έπειτα πάλι στα βάθη, χωρίς ανάσα χωρίς οξυγόνο, σαν Περσεφόνη στον κάτω κόσμο στους νεκρούς ανάμεσα, στους χειμώνες, νεκρή κι εγώ και ξέπνοη.
Κι ευχήθηκε μπαίνοντας στην θάλασσα έτσι να χανόταν σαν εκείνη στην ταινία που έμπαινε φορώντας ένα μαύρο μακρύ και φαρδύ φόρεμα και βάδιζε βάδιζε βάδιζε στητή μέχρι που το νερό την σκέπασε, μέχρι που την κατάπιε το κύμα. Έτσι να εξαφανιζόταν ευχήθηκε.
Αυτό είναι, σκέφτηκε, είμαι πνιγμένη, είμαι στον βυθό και όσο αντέχουν τα πνευμόνια μου, κι ο άλλος είναι η ξαφνική μου ανάδυση, η μια μόνη ανάσα που παίρνω σαν συνειδητοποιώ ότι υπάρχει, η ανάσα που προσπαθώ να χωρέσω όλο το οξυγόνο του κόσμου μέσα μου για να αντέξω την ασφυξία της επόμενης στιγμής. Κι έπειτα πάλι στα βάθη, χωρίς ανάσα χωρίς οξυγόνο, σαν Περσεφόνη στον κάτω κόσμο στους νεκρούς ανάμεσα, στους χειμώνες, νεκρή κι εγώ και ξέπνοη.
Αυτά σκεφτόταν, αυτά τα πριν, εκεί που καθόταν στητή και άκαμπτη και κοιτούσε την θάλασσα πέρα, εξαντλώντας τα περιθώριο χρόνου που είχε μέχρι να επέστρεφε στο δωμάτιο, στο κλουβί, στην ζωή της.
Τότε ήταν που ήρθε το μπαλάκι στο μέσον της αριστερής γάμπας, κι ο πόνος που δεν ήταν πόνος γιατί ήδη είχε πονέσει από αυτό που ήταν η μέρα της. Γιατί ήδη είχε πονέσει από αυτό όλο που είχε μπροστά της, τόσο που δεν είχε περιθώρια για άλλον πόνο, άλλο συναίσθημα, για τίποτε δεν είχε, μόνον για επιείκεια, ατελείωτη επιείκεια για αυτό που ονόμαζαν ζωή κι όφειλες να το διασχίζεις αγόγγυστα. Γι' αυτό και χαμογέλασε στο κορίτσι που ήρθε να μαζέψει το μπαλάκι και λίγο έλειψε να της απαντήσει στο "συγγνώμη της', μα καλή μου, αυτό ήταν το λιγότερο άσχημο γεγονός της μέρας μου, μακάρι όλα όσα πληγώνουν να μπορούσαν να αρκεστούν σε ένα στιγμιαίο χτύπημα κι όχι διαρκείας. Κι όχι συνεχές…
Ύστερα άναψε ένα τσιγάρο να νικήσει την αδράνεια του σώματος, να το βγάλει από την αγαλματώδη του στάση, να το ταρακουνήσει, κι έπιανε πάλι να κοιτάει την θάλασσα πίσω από την λεπτεπίλεπτα αδιόρατη ομίχλη του τσιγάρου, την θάλασσα που εκείνη την ώρα του απομεσήμερου έβγαζε τα αποτελέσματα της προηγούμενης κατάστασης, των προηγούμενων ωρών, ό,τι αδυνατούσε να χωνέψει ξέβραζε, ό,τι της είχε φέρει ο άνεμος και έδινε πίσω το κύμα…
Κοντά στα φύκια και στους βρωμερούς αφρούς, τα σάπια φύλλα και τα ξυλαράκια από τα τριγύρω δέντρα, τα χαρτάκια από τσίχλες και γκοφρέτες, τα καλαμάκια και τα ίχνη βρώσης και πόσης των ημιαγρίων του ανθρωπίνου γένους, κολυμπούσε ατάραχη μια πλαστική σακούλα. Άσπρη και τυρκουάζ με μπλε γράμματα.
Και πάνω της, λες και την ειρωνευόταν, ή λες και προσπαθούσε να την εμψυχώσει, έγραφε: ΝΙΚΗ