Κείμενα που κατά καιρούς έγραψα και δημοσίευσα στο διαδίκτυο





μικρό -παιδικό (;)


όχι όχι όχι
Άλλο δεν παίζω. Μάτωσε το γόνατό μου, τρικλοποδιά και σκόνταψα. Σηκώθηκα όμως, χα! σηκώθηκα και δεν έκλαψα. Λίγο βέβαια έλειψε να με πάρουν τα ζουμιά, αλλά δεν έκλαψα. Μάσησα τα χείλη μου, πήρα εκείνη την πεισμωμένη έκφραση και σηκώθηκα. Καλά σου. Καλά σου κοριτσάκι. Πάρε το τόπι μου, πάρε. Και το κόκκινο μπαλόνι μου, πάρε. Και την λέξη μου πάρε άμα θες, κι ας τις έχεις εσύ πολλές σαν κελαηδάς κι εγώ λίγες και κοιτώ και σωπαίνω. Πάρε την κι αυτήν, ξέρεις ποια λέω εκείνην που μου την βούτηξες. Το κλειδί, μέλι στο στόμα μου ήταν και το πήρες. Δεν με νοιάζει. Πικράθηκα λίγο μια που έχω λίγες, μα δεν με νοιάζει. Το άλλο με νοιάζει. Το άλλο που πήγες να μου πάρεις, να, σε είδα, μην κάνεις πως δεν σε είδα, δικαιολογίες δεν σηκώνω, εσύ μου την έβαλες την τρικλοποδιά. Για λίγο έπεσα. Τίναξα την σκόνη ανάκατη με αίματα και σηκώθηκα.
Και σε κοίταξα, στα μάτια μέσα βαθιά σε κοίταξα...
Σε κοίταζα καθώς αργά αργά, πονώντας, σηκωνόμουν.
Μάτωσα κοριτσάκι που είδα πόσο μπαμπέσα είσαι. Πόνεσα κοριτσάκι μα δεν σε νοιάζει που εσύ με πόνεσες. Το δικό σου να κάνεις θέλεις. Κι εγώ που πήγα να σου δώσω το χέρι μου προχτές όταν εσύ έπεσες. Εγώ η χαζή και πονόψυχη. Εγώ ο βλάκας.
Ετοιμάζομαι κοριτσάκι, να το ξέρεις. Δεν θα με δεις ξανά στην αλάνα, παίξε μόνη σου μες τις αλάνες, με τις αλάνες. Εγώ ετοιμάζομαι. Σου δίνω τα παιχνίδια μου όλα. Τα παιχνίδια είπα, όχι εκείνο. Εκείνο δεν είναι παιχνίδι είναι Ζωή, είναι Φως και δεν παίζεται. Κι εγώ θα το φυλάω, να το ξέρεις θα το φυλάω και θα το φιλάω.

Την επόμενη φορά θα με βρεις με το σπαθί μου. Ένα στην μέση, ένα ξίφος μικρό στην κνήμη στερεωμένο, και μια κάμα κατεπάνω σου.