Δεν ήταν τίποτε,
σκέφτηκε,
ζωή ήταν και πέρασε.
Καθισμένη στο μεταίχμιο, θρόνος-θέση άβολη.
Όχι στο τέλος, ευτυχώς
(αλλά ποιος και πού γνωρίζει ποιο είναι το τέλος του,
κι αν στέκεται ακριβώς εκεί ή πιο πίσω.
Και πόσο πίσω)
Έτσι, προσπάθησε να σκεφτεί καλά.
Να βάλει το υλικό της κάτω. Τους ανθρώπους που την περιτριγύριζαν, τις πράξεις τους που εξέπεμπαν σ’αυτήν, τις λέξεις τους με τις οποίες κάλυπταν-αποκάλυπταν τις σκέψεις τους για αυτήν.
Τα περιθώρια της. Τα όριά της.
Να τα αμβλύνει, να τα διευρύνει, να τα επεκτείνει.
Ως εκεί που οι παλμοί της καρδιάς γίνονται τριψήφιοι.
Έστω για λίγο, μόνο για λίγο....
Και τις σκέψεις της, αν ήταν δυνατόν
Όλα κάτω, όλα απλωμένα. Όλα να εξεταστούν.
Και να αποφασιστεί η ρότα
Ποια ρότα; Υπάρχει χώρος, υπάρχει θάλασσα για πλεύση, υπάρχουν άραγε ορίζοντες;
(η σκέψη ετούτη την μάτωνε λίγο, μα την προσπέρασε εύκολα)
Αποφάσιζε. Αποφάσισε.
Δεν χρειάζομαι Οδυσσέα, είπε. Δεν χρειάζομαι μνηστήρες
(αυτή ήταν η πιο γενναία απόφαση, όντας φιλάρεσκη)
Δεν θέλουν εμένα.
Τους κάνει μια οποιαδήποτε. Δεν θέλουν σίγουρα εμένα.
Ελκύω μόνον όσο είμαι απρόσιτη. Κάτι σαν άθλος.
Δεν βλέπουν εμένα.
Την τιάρα του δύσκολου βλέπουν, του μακρινού.
Το φαγοπότι.
Και δεν χρειάζομαι καν αργαλειό.
Μήτε και στέμμα
Υφάδι χρειάζομαι, στημόνι, σαΐτες τα χέρια μου.
Εδώ θα το πλέξω, πάνω μου,
εσθήτα να ενδυθώ, να μην κρυώνω άλλο πια.
Και θα υφάνω τις μέρες του μέλλοντος μου μοναχά.
Μόνη.
Κι όσο αντέξει το νήμα.
Να βγω από τον λαβύρινθό μου
στο φως.
Σε κάποιο φως.
Και με την ήρεμη αυτή σκέψη
πως το μέλλον της-βασίλειό της ορίζει
δίχως παρεμβάσεις και παρεισφρήσεις
δίχως ψευδαισθήσεις
περιστασιακής ευδαιμονίας και ηδονής
αποκοιμήθηκε.
σκέφτηκε,
ζωή ήταν και πέρασε.
Καθισμένη στο μεταίχμιο, θρόνος-θέση άβολη.
Όχι στο τέλος, ευτυχώς
(αλλά ποιος και πού γνωρίζει ποιο είναι το τέλος του,
κι αν στέκεται ακριβώς εκεί ή πιο πίσω.
Και πόσο πίσω)
Έτσι, προσπάθησε να σκεφτεί καλά.
Να βάλει το υλικό της κάτω. Τους ανθρώπους που την περιτριγύριζαν, τις πράξεις τους που εξέπεμπαν σ’αυτήν, τις λέξεις τους με τις οποίες κάλυπταν-αποκάλυπταν τις σκέψεις τους για αυτήν.
Τα περιθώρια της. Τα όριά της.
Να τα αμβλύνει, να τα διευρύνει, να τα επεκτείνει.
Ως εκεί που οι παλμοί της καρδιάς γίνονται τριψήφιοι.
Έστω για λίγο, μόνο για λίγο....
Και τις σκέψεις της, αν ήταν δυνατόν
Όλα κάτω, όλα απλωμένα. Όλα να εξεταστούν.
Και να αποφασιστεί η ρότα
Ποια ρότα; Υπάρχει χώρος, υπάρχει θάλασσα για πλεύση, υπάρχουν άραγε ορίζοντες;
(η σκέψη ετούτη την μάτωνε λίγο, μα την προσπέρασε εύκολα)
Αποφάσιζε. Αποφάσισε.
Δεν χρειάζομαι Οδυσσέα, είπε. Δεν χρειάζομαι μνηστήρες
(αυτή ήταν η πιο γενναία απόφαση, όντας φιλάρεσκη)
Δεν θέλουν εμένα.
Τους κάνει μια οποιαδήποτε. Δεν θέλουν σίγουρα εμένα.
Ελκύω μόνον όσο είμαι απρόσιτη. Κάτι σαν άθλος.
Δεν βλέπουν εμένα.
Την τιάρα του δύσκολου βλέπουν, του μακρινού.
Το φαγοπότι.
Και δεν χρειάζομαι καν αργαλειό.
Μήτε και στέμμα
Υφάδι χρειάζομαι, στημόνι, σαΐτες τα χέρια μου.
Εδώ θα το πλέξω, πάνω μου,
εσθήτα να ενδυθώ, να μην κρυώνω άλλο πια.
Και θα υφάνω τις μέρες του μέλλοντος μου μοναχά.
Μόνη.
Κι όσο αντέξει το νήμα.
Να βγω από τον λαβύρινθό μου
στο φως.
Σε κάποιο φως.
Και με την ήρεμη αυτή σκέψη
πως το μέλλον της-βασίλειό της ορίζει
δίχως παρεμβάσεις και παρεισφρήσεις
δίχως ψευδαισθήσεις
περιστασιακής ευδαιμονίας και ηδονής
αποκοιμήθηκε.