
Να'μαι εδώ.
Όπως το ήθελα, παρά θιν'αλός η διαμονή.
Και με θέα τον ήλιο να αναδύεται δίσκος μαλαματένιος μέσα από τον ορίζοντά μου,
Όπως το ήθελα, παρά θιν'αλός η διαμονή.
Και με θέα τον ήλιο να αναδύεται δίσκος μαλαματένιος μέσα από τον ορίζοντά μου,
μέσα από την θάλασσα
Στον παράδεισο δηλαδή.
Ή, σχεδόν.
Ή, ίσως.
Ο παράδεισός μου έχει κονκισταδόρες, φασαριόζους Έλληνες…. κονκισταδόρισσες να ειπώ. Πρωί πρωί κελαηδάνε μαχαιρώνοντας την σιωπή «ωραία δεν είναιιιιιι;» (ναι, ΗΤΑΝ ωραία πριν να κάνετε το έγκλημα εσείς)
Ο ήλιος για σήμερα φανερώθηκε πίσω από τα σύννεφα, το ντεπούτο του έγινε με δυσκολία, το ντεπούτο μου στις διακοπές γίνεται με διακοπές γαλήνης…...πάνοπλη με μαγιώ πετσέτες και 15 τζάντζαλα κατέφθασε η πρώτη βέβηλη της σιωπής, μετά κι η επόμενη ηχηρή ακόλουθος…
Στον παράδεισο δηλαδή.
Ή, σχεδόν.
Ή, ίσως.
Ο παράδεισός μου έχει κονκισταδόρες, φασαριόζους Έλληνες…. κονκισταδόρισσες να ειπώ. Πρωί πρωί κελαηδάνε μαχαιρώνοντας την σιωπή «ωραία δεν είναιιιιιι;» (ναι, ΗΤΑΝ ωραία πριν να κάνετε το έγκλημα εσείς)
Ο ήλιος για σήμερα φανερώθηκε πίσω από τα σύννεφα, το ντεπούτο του έγινε με δυσκολία, το ντεπούτο μου στις διακοπές γίνεται με διακοπές γαλήνης…...πάνοπλη με μαγιώ πετσέτες και 15 τζάντζαλα κατέφθασε η πρώτη βέβηλη της σιωπής, μετά κι η επόμενη ηχηρή ακόλουθος…
Κλαγγή από ξαπλώστρες κι ομπρέλες που ανοίγουν, μέταλλα, πέταλα πατημασιών τρίβονται στα βότσαλα άτσαλα…ήχοι, ιαχές…
Ακούω, μπορώ να κάνω κι αλλιώς; Να βάλω βουλοκέρι στα αφτιά μου; Πάει κι ο φλοίσβος, πάνε κι όλα…
Η μια φωνάζει στην άλλη πως έχει τα γενέθλιά της σήμερα, κατεβήκανε τελικά και οι τρεις στην παραλία, συνεχίζουν να μιλάνε, Παναγιά μου θα τις πνίξω ΚΑΙ τις τρεις, αυτή που δεν έχει τα γενέθλιά της χτυπιότανε σ’αυτή που έχει τα γενέθλιά της «ρηχά είναι, ρηχά, κοίτα μεεεεεεεεεεε, βάλε το μαγιό και έμπα», ρυτιδιάζει της θάλασσας ο καθρέπτης, παραμορφώνεται, όλα παραμορφώνονται, χτυπάει ένα κινητό «καλά είμαι, (εγώ δεν είμαι) καλά είσαι; (καλάμια) δεν έχω σήμααααααα, εεεεε; (μπες στην θάλασσα και στρίβε, δεν μπορεί, κάπου θα πιάνει στα ανοιχτά) έκανα μπάνιο, (το τσαλαβούτημα το λέει μπάνιο) τιιιιιιιιιιιιι, δεν έχω σήμαααααααα, ναι, ναι, ναιιιιιιιιιιι, τα λέμε» (πάλι;;;; γιατί, τι κακό σου έκανα;;), συνεχίζει στην άλλη να την πείσει να βάλει το μαγιό: ααααα απόλαυσηηηηηηη (δική σου, η δική μου έφυγε), ααααααααααααααα (άξι και ξερός) κοίταααααααα, μπεκάτσες!!!!!!! (γλαροπούλια ήτανε…) ψιτ ψιτ εεεεεε μπεκάτσα (πρόσεξε, τώρα θα σου απαντήσει) μπεκάτσαααααα χα χα χα» (έφυγε το γλαροπούλι κατατρομαγμένο)
Μετά ήρθε ένας με IQ 30 προς 20 (με σταθερή καθοδική πορεία) που καθάριζε την παραλία σφυρίζοντας και κραδαίνοντας μια υπερμεγέθη νάιλον σακούλα, βλέπει τις τρεις χάριτες, καθαρίζει και τραγουδάει τιριριριριριριριριρι, πού να ξεκολλήσει που είδε μπούτι, τιριριριριριρι, στο ίδιο σημείο να καθαρίζει το ίδιο τετραγωνικό συνεχώς, κακαρίζουν αυτές, σφυρίζει αυτός τιριριριριριιιιιιιιι, κοχλάζω εγώ, πετάνε μακριά τα γλαροπούλια κρώζοντας, ο ήλιος πυρώνει, η ώρα περνάει, βουτάνε την μια που γιορτάζει στη θάλασσα (πνίχτηνε) «Σοφίααααααααααααα, (έχεις το όνομα αλλά όχι την χάρη) βγάλε μας μια φωτογραφίαααααααααα, εδώ εδώ (ναι, εδώ, τώρα που θα την πνίξω εγώ διότι αργεί η άλλη), εδώωωωωωω, Σοφίααααααααααα» ο κόσμος σιγά σιγά ξυπνάει (ας κάνει κι αλλιώς) ένας γέρος βήχει κάπου, όλο φλέγματα, «το κλειδί, Σοφίαααααααααααα, πού είν’ το κλειδί;»
(για ένα κλειδί ψαχνόμαστε τις πύλες τις αδιάβατες ν’ανοίξουμε αλλά πού…)
Ακούω, μπορώ να κάνω κι αλλιώς; Να βάλω βουλοκέρι στα αφτιά μου; Πάει κι ο φλοίσβος, πάνε κι όλα…
Η μια φωνάζει στην άλλη πως έχει τα γενέθλιά της σήμερα, κατεβήκανε τελικά και οι τρεις στην παραλία, συνεχίζουν να μιλάνε, Παναγιά μου θα τις πνίξω ΚΑΙ τις τρεις, αυτή που δεν έχει τα γενέθλιά της χτυπιότανε σ’αυτή που έχει τα γενέθλιά της «ρηχά είναι, ρηχά, κοίτα μεεεεεεεεεεε, βάλε το μαγιό και έμπα», ρυτιδιάζει της θάλασσας ο καθρέπτης, παραμορφώνεται, όλα παραμορφώνονται, χτυπάει ένα κινητό «καλά είμαι, (εγώ δεν είμαι) καλά είσαι; (καλάμια) δεν έχω σήμααααααα, εεεεε; (μπες στην θάλασσα και στρίβε, δεν μπορεί, κάπου θα πιάνει στα ανοιχτά) έκανα μπάνιο, (το τσαλαβούτημα το λέει μπάνιο) τιιιιιιιιιιιιι, δεν έχω σήμαααααααα, ναι, ναι, ναιιιιιιιιιιι, τα λέμε» (πάλι;;;; γιατί, τι κακό σου έκανα;;), συνεχίζει στην άλλη να την πείσει να βάλει το μαγιό: ααααα απόλαυσηηηηηηη (δική σου, η δική μου έφυγε), ααααααααααααααα (άξι και ξερός) κοίταααααααα, μπεκάτσες!!!!!!! (γλαροπούλια ήτανε…) ψιτ ψιτ εεεεεε μπεκάτσα (πρόσεξε, τώρα θα σου απαντήσει) μπεκάτσαααααα χα χα χα» (έφυγε το γλαροπούλι κατατρομαγμένο)
Μετά ήρθε ένας με IQ 30 προς 20 (με σταθερή καθοδική πορεία) που καθάριζε την παραλία σφυρίζοντας και κραδαίνοντας μια υπερμεγέθη νάιλον σακούλα, βλέπει τις τρεις χάριτες, καθαρίζει και τραγουδάει τιριριριριριριριριρι, πού να ξεκολλήσει που είδε μπούτι, τιριριριριριρι, στο ίδιο σημείο να καθαρίζει το ίδιο τετραγωνικό συνεχώς, κακαρίζουν αυτές, σφυρίζει αυτός τιριριριριριιιιιιιιι, κοχλάζω εγώ, πετάνε μακριά τα γλαροπούλια κρώζοντας, ο ήλιος πυρώνει, η ώρα περνάει, βουτάνε την μια που γιορτάζει στη θάλασσα (πνίχτηνε) «Σοφίααααααααααααα, (έχεις το όνομα αλλά όχι την χάρη) βγάλε μας μια φωτογραφίαααααααααα, εδώ εδώ (ναι, εδώ, τώρα που θα την πνίξω εγώ διότι αργεί η άλλη), εδώωωωωωω, Σοφίααααααααααα» ο κόσμος σιγά σιγά ξυπνάει (ας κάνει κι αλλιώς) ένας γέρος βήχει κάπου, όλο φλέγματα, «το κλειδί, Σοφίαααααααααααα, πού είν’ το κλειδί;»
(για ένα κλειδί ψαχνόμαστε τις πύλες τις αδιάβατες ν’ανοίξουμε αλλά πού…)
Μόλις έπεσε στην θάλασσα το κλειδί, βαθιά, πολύ βαθιά κι απέραντα εχάθη το κλειδί, το άλλο, εκείνο που θα έβρισκα να ξεκλειδώσω τον εαυτό μου, τον εαυτό μου να ψάξω για να δω, στο δωμάτιο άδυτό του να μπω να βρω τι θέλω και πού θα σταθώ, και πάει τώρα, υπέρπυρα δεν έχει, τίποτε δεν μάζεψα σήμερα από τις πρωινές αχτίδες, μονάχα καστελάνος, κονκισταδόρες μου, όλα τα μαζέψατε εσείς σήμερα, ρημαδιό τα κάνατε, είναι οκτώ και τέταρτο, έφυγε η ροδοδάκτυλη αυγούλα, της σπάσατε τα κρινοδάκτυλα με τους ήχους σας, θ’αρχίσει κόλαση να καίει ο ήλιος όπου να’ναι, κι η κόλαση που είναι οι άλλοι, ο γέρων βήχει και βήχει λες και είναι να βγάλει και την ψυχή του μαζί, η Σοφία κρώζει «έναν καφέεεεεεεε», το IQ σφυρίζει, μαζεύει, μαζεύω το πρωινό που μόλις έχασα, όλα εκεί στην σακούλα να μην τα βλέπω, μάζεψε και την ζωή μου μαζί που πάει, να μην την βλέπω κι αυτήν και ματώνω, αγκύλωσέ την με τη μεταλλική ακίδα και πέταξέ την, εκεί, βαθιά στην μεγάλη σακούλα σου, πόσες ζωές χωράει πέταμα, μήτε σκουπίδι να το πάρει το κύμα, τίποτε να μην μείνει πίσω μου, τίποτε να μην λέει από εδώ πέρασε, ποια ζωή μου, ποια είναι η ζωή μου, πού είναι, πού την άφησα, την είδε κανείς;
Τόσοι θόρυβοι πια
Πονάω.
Δεν μπορώ να ακούσω τον ήλιο να βγαίνει.
Φτερό γλάρου προσγειώνεται βαρκούλα στο νερό, κυλάει και πάει, δεν το ακούω, τίποτε δεν ακούω μήτε τον φλοίσβο, μόνον κραυγές χωρίς ψίθυρους, κανείς δεν ψιθυρίζει, ξέχασαν όλοι, κι ο Σαρτρ πεθαίνει, όλο πεθαίνει κεκλεισμένων των θυρών, δίχως παράθυρο, σφραγισμένο αυτό, διέξοδος καμιά, θα πεθάνω από ασφυξία, θα πεθάνω από ανυπαρξία, το γλαροπούλι πέταξε, ο θησαυρός συλήθηκε, πόσο πιο νωρίς από την ανατολή πρέπει να σηκωθώ αύριο για να ζήσω ένα λεπτό δικό μου, ένα λεπτό μόνον να μου ανήκει χωρίς να το συλήσει κανείς, ένα λεπτό ξέφωτο, ένα λεπτό να νοιώσω τον κόσμο αθρυμμάτιστο, ένα πολύτιμο λεπτό ν’ανασάνω τη σιωπή, ν’ανασάνω την ομορφιά του κόσμου, μέσα μου να την φυλακίσω οξυγόνο για να επιζήσω, τι άλλο τόσο λίγο, τόσο απλό μα και τόσο πολύ πολύτιμο θα αναζητήσω στην ζωή μου και θα το χάσω πριν καλά καλά το βρω;
Ήχοι, ήχοι, ήχοι, ήχοι, ήχοι, σφυρίζει, μιλάνε, βήχει, πετάνε, μιλάνε, κρώζουν, βήχει, σφυρίζει, μιλάνε, κρώζουν, πέταξαν, βήχει βήχει βήχει βήχει βήχει,
πέθανα….