Κείμενα που κατά καιρούς έγραψα και δημοσίευσα στο διαδίκτυο





Άδικα


Ξημερώθηκα ζωγραφίζοντας ήλιους πάνω στο αδύνατο. Με αδύναμο κονδύλι πίεζα τους ορίζοντες ν’ανθίσουν. Κοπιαστική δουλειά να σβήνεις σύννεφα αντικαθιστώντας τα με φως, να εξολοθρεύεις καταχνιά εξαπολύοντας αχτίδες. Δύσκολο πράγμα το να γίνεσαι φως, γι’αυτό ο ήλιος κάθε βράδυ πάει για ύπνο, πολύ κουράζεται. Δεν είναι φοβερό να προσπαθείς ολημερίς να φέγγεις αισιόδοξα;
Κάποτε, κατά το απόγευμα της ζωής σου, σε νικά η ηττοπάθεια και πας. Εκεί στον ύπνο βλέπεις όνειρα κι αναθαρρεύεις. Κι άλλη μια μέρα λες, να φέρω μέρα στα εντός μου. Κι ανατέλλεις και σηκώνεσαι, κι εγείρεις τις πιο ζωντανές πλευρές σου. Και τον επιθανάτιο εαυτό σου κοιμίζεις στο ξημέρωμα βυθίζεις. Κι ανέρχεσαι πάλι. Κι ως να βρεθείς αντιμέτωπος.
Κάθε μέρα η ίδια ιστορία, της αντιπαράθεσης με το μαύρο. Και ποιος να νικήσει, εσύ ή αυτό…
Σ’έχει δωροδοκήσει όμως το άθλιο χρώμα, κυκλοφορεί εντός σου. Το ζωντανό σου άλικο άστοργα σκοτεινιάζει. Μπορντώ κρασί στις φλέβες σου, σκούρο πορφυρό αδιάφανα θολό, με την απόγνωσή σου εσύ μεθάς. Και της επιτρέπεις να είναι. Και να υπάρχει. Και να αναδύεται. Και να σε σκοτώνει κάθε μέρα. Να δύει την χαρά σου. Σε σκούρο ουρανό καρφώνει τις ελπίδες σου μια μιά, αδύναμα άστρα, μακρινά, απλησίαστα. Και μνησίκακα χαμογελά με το φεγγάρι σου που φθίνει. Κι όταν είναι πια τούτο μια καμπύλη αχνή στον ουρανό σου, κάθε σου φορά, κηδεύεις τον εαυτό σου κι ένα όνειρο: να ζήσεις ακόμα μια φορά.

Πόσες φορές πεθαίνοντας θα αντέξεις; Πες μου πόσες…