Τα πουλιά κελαηδούν. Ο άνθρωπος όχι, κι ας προσπαθεί. Βγάζει άναρθρες κραυγές προσπαθώντας να φτιάξει ήχους και να πλησιάσει την μουσική. Τα πουλιά συνεννοούνται με εξαίσια κελαηδήματα-τιτιβίσματα, ο άνθρωπος συμμαζεύει τους ήχους φτιάχνει φθόγγους λέξεις προτάσεις, προσπαθεί να μεταλλάξει αυτό που βαστά στο νου του σε συρραφή ήχων. Ψιθυρίζει, φωνάζει, κραυγάζει επιχειρώντας να ακουστεί. Και στο τέλος, αν δεν τα καταφέρει, αλαλάζει μια και επιστρέφει στην ιαχή από όπου ξεκίνησε.
Τα πουλιά έχουν τους αιθέρες, ο άνθρωπος χθόνιος, πόδια εκεί καρφωμένα. Χέρια που φτερούγες δεν έγιναν ποτέ. Κι οι σκέψεις, αδύναμες ριπίδες.
Τα πουλιά πετούν προς τον ήλιο. Ο άνθρωπος φορεί μαύρα γυαλιά για να τον συναντήσει, ανήμπορος αυτός ο τόσο δυνατός της φύσης ο κυρίαρχος, να αντικρύσει τέτοιο πλέριο φως. Και το αποφεύγει. Φορά καπέλο, κάτω από ομπρέλες και στέγαστρα κάθεται. Βγαίνει την νύχτα σαν νυχτερίδα. Συναγελάζεται και συναρπάζεται. Φτιάχνει μουσική να κινηθεί. Συγχρωτίζεται σε χώρους-κουκούλια ασφυκτικά γεμάτους, για να επιδείξει το ανύπαρκτό του φτέρωμα. Θηλυκά κι αρσενικά παγώνια, τις πλουμιστές ουρές τους ξεδιπλώνουν και απλώνουν δίχτυα. Μια ατελής αναπαραγωγή, παραγωγή ματαιοδοξίας. Διασκεδάζει.
Κι όταν κρυώνει, κουλουριάζεται σαν φίδι. Στην παρήγορη στάση του εμβρύου και της επιστροφής στην μήτρα την αρχική πηγή. Μοναχικός και μόνος. Το γέννημα της αλλοτινής εξώθησης προς την ζωή που απέτυχε να ζήσει ως όφειλε, ωθεί τον εαυτό του να θυμηθεί μήπως και ζεσταθεί η ψυχή του στου καταφύγιου την ανάμνηση.
Τα πουλιά χουχουλιάζουν, φουντώνουν το φτέρωμά τους, μαζεύονται πολλά πολλά και λουφάζουν. Ο άνθρωπος τυλίγεται με κάλυμμα-σάβανο στο νεκροκρέβατο της ακαμψίας του, θάλπει τον εαυτό του κάθε βράδυ. Και εκεί στο μαξιλάρι του βρίσκεται η κιβωτός των ονείρων του. Πολυτιμότατη.
Για το πέταγμα που δεν θα κάνει ποτέ...
Τα πουλιά έχουν τους αιθέρες, ο άνθρωπος χθόνιος, πόδια εκεί καρφωμένα. Χέρια που φτερούγες δεν έγιναν ποτέ. Κι οι σκέψεις, αδύναμες ριπίδες.
Τα πουλιά πετούν προς τον ήλιο. Ο άνθρωπος φορεί μαύρα γυαλιά για να τον συναντήσει, ανήμπορος αυτός ο τόσο δυνατός της φύσης ο κυρίαρχος, να αντικρύσει τέτοιο πλέριο φως. Και το αποφεύγει. Φορά καπέλο, κάτω από ομπρέλες και στέγαστρα κάθεται. Βγαίνει την νύχτα σαν νυχτερίδα. Συναγελάζεται και συναρπάζεται. Φτιάχνει μουσική να κινηθεί. Συγχρωτίζεται σε χώρους-κουκούλια ασφυκτικά γεμάτους, για να επιδείξει το ανύπαρκτό του φτέρωμα. Θηλυκά κι αρσενικά παγώνια, τις πλουμιστές ουρές τους ξεδιπλώνουν και απλώνουν δίχτυα. Μια ατελής αναπαραγωγή, παραγωγή ματαιοδοξίας. Διασκεδάζει.
Κι όταν κρυώνει, κουλουριάζεται σαν φίδι. Στην παρήγορη στάση του εμβρύου και της επιστροφής στην μήτρα την αρχική πηγή. Μοναχικός και μόνος. Το γέννημα της αλλοτινής εξώθησης προς την ζωή που απέτυχε να ζήσει ως όφειλε, ωθεί τον εαυτό του να θυμηθεί μήπως και ζεσταθεί η ψυχή του στου καταφύγιου την ανάμνηση.
Τα πουλιά χουχουλιάζουν, φουντώνουν το φτέρωμά τους, μαζεύονται πολλά πολλά και λουφάζουν. Ο άνθρωπος τυλίγεται με κάλυμμα-σάβανο στο νεκροκρέβατο της ακαμψίας του, θάλπει τον εαυτό του κάθε βράδυ. Και εκεί στο μαξιλάρι του βρίσκεται η κιβωτός των ονείρων του. Πολυτιμότατη.
Για το πέταγμα που δεν θα κάνει ποτέ...