Κάθε φορά η ίδια μάχη. Ένα λευκό φύλλο και να πρέπει να το κεντήσεις. Σε απειλεί, θα αποτύχεις. Σε κοιτά με τα παγωμένα του και ανελέητα μάτια, σου υπενθυμίζει: στέρεψες. Αν υποτεθεί βέβαια ότι κάποτε υπήρξες πηγή….
Ζήτημα είναι αν στοιβάζεις δυο τρεις φράσεις. Έτσι, κουβάρι, την μία πάνω στην άλλη μπερδεμένες, συγκεχυμένες, χωρίς ειρμό. Παίρνεις το σπαθί του Αλέξανδρου και χρααααπ! Delete όλα.
Ξαναρχίζεις.
Πάλι τα ίδια. Πάλι τίποτε.
Είναι που είναι αυτό, αυτή η περίεργη αίσθηση από μέσα. Είναι κάτι σαν να σου λέει διψώ και θέλω. Δεν μπορείς άλλο, δεν θέλεις άλλες λέξεις στο χαρτί, δεν θέλεις άλλη ζωή δανεική, δεν θέλγεσαι από αυτά τώρα.
Να τροφοδοτηθείς θέλεις. Μετάγγιση αισθήσεων.
Το αίμα δεν χτυπάει στους κροτάφους, ή εκεί στον λαιμό, στο κέντρο, αυτή η εξωπραγματική αίσθηση που γίνεσαι ολόκληρη ένας σφυγμός.
Αυτό θέλεις. Μια χορδή. Χορδή τανυσμένη.
Την μουσική σου να ηχήσεις.
Τις νότες…να τις ζήσεις.
Απ’ την αρχή.
Αλλά δεν υπάρχει αρχή παρά μόνον ένα επαναλαμβανόμενο ψέμα.