Γενέθλια. Μια ακόμα ημερομηνία. Ένας ακόμα κύκλος γύρω από τον ήλιο που συμπληρώθηκε. Πόσοι να μένουν στη διαρκή τροχιά μου;
Ξεκίνησε με κέφι. Ή όχι. Ξεκίνησε με περιέργεια. Ήθελα να μεγαλώσω. Σκαρφάλωνα σε καρέκλες και στεκόμουν ορθή. Στο τραπέζι. Σηκωνόμουν στις μύτες των ποδιών μου τακτικά. Έβλεπα τα αντικείμενα από ψηλά στο τεχνητό μου πρόσκαιρο ύψος. Τα έβλεπα αλλιώς και νόμιζα πως ήμουν αλλιώς. Και λαχταρούσα αυτή την εποχή που θα ήμουν ψηλή τόσο ώστε να βλέπω έτσι τα πράγματα όλα.
Κι έπειτα ψήλωσα και μεγάλωσα. Και έφτανα τον καθρέπτη χωρίς να ανεβαίνω πάνω στην καρέκλα. Χωρίς να σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών. Και άρχισε το φλερτάρισμα με τον καθρέφτη και οι ακκισμοί με τον εαυτό μου. Να αλλάξεις ρούχα, να αλλάξεις πρόσωπα, να μεγαλώνεις. Να γίνεσαι γυναίκα.
Να φεύγεις από το σπίτι κοιτώντας αυτάρεσκα μια φορά ακόμα την εικόνα σου. Και να σου’ρχονται τραγούδια στο μυαλό.
Και να ζεις. Να αδράχνεις την μέρα. Και την νύχτα. Και να πίνεις την ζωή σαν την πρωινή δροσιά που γεύεται το πουλάκι όταν σκαρφαλώσει πάνω σε ένα τρεμάμενο από το βάρος του λουλούδι. Να είσαι ευτυχισμένος αλλά να μην το ξέρεις. Δεν σε απασχολεί: Ζεις.
Και περνάνε τα χρόνια. Μαζί με την φθορά και τις ρυτίδες έρχεται η ωριμότητα. Ή δεν έρχεται. Ή είσαι πάντα εκεί σκαρφαλωμένη στο τραπέζι με το σμαραγδί σου φόρεμα, εκείνο το βελούδινο με την δαντέλλα στο φουρό. Και το βραχιόλι το χρυσό που ηχεί από τα κρεμασμένα μικροσκοπικά παντατίφ, δώρα από τις θειάδες στα γενέθλιά σου. Το καλό βραχιόλι, το καλό φουστάνι, το καλό σου πρόσωπο. Και τα χεράκια γεμάτα χρώματα, έβαφες στο χαρτί το μέλλον σου.
Ποιο να’ναι το πρόσωπό μου;
Πού τόχω αφήσει;
Κοριτσάκι, μικρό κοριτσάκι πώς με κοιτάς με τα μεγάλα μάτια σου….τι θέλεις από μένα; δεν τα κατάφερα καλά; τι γύρευες πιο πολύ;
Τι γύρευες κοριτσάκι;
Στα δέκα μου χρόνια με κουρέψανε σαν αγοράκι. Η τεράστια αλογοουρά που πέταγε φλόγες όσο χαμήλωνε, δέθηκε με μια βελούδινη κορδέλα και φυλάχθηκε. Ένοιωσα σαν να μην είχα κεφάλι, τόσο ελαφρό ξαφνικά έγινε. Ήταν κάτι σαν πρώτη κοινωνία, σαν ντεπούτο στον κόσμο της εφηβείας. Χωρίς μαλλιά με ελαφρύ κεφάλι. Έτσι έπρεπε να είμαι; Ελαφριά, χωρίς μυαλό, χωρίς σκέψεις; Έπαιρνα και κόλλαγα τη κοκκινωπή κοτσίδα πάλι στη θέση της, προσπαθούσα να την στερεώσω με τσιμπιδάκια, αλλά δεν γινόταν δουλειά. Δεν μου ανήκε πια. Γλίστραγε και έφευγε, όπως και τα χρόνια.
Ήταν ξένη.
Όπως είναι ξένο και το κοριτσάκι της μνήμης μου. Ανύπαρκτο πια. Νεκρό.
Με κοιτάει από τα βάθη του μυαλού μου, αλλά δεν μπορώ να το αγγίξω.
Να το παρηγορήσω
(Ησύχασε, εγώ είμαι εδώ)
Περνάει κάποιος κάτω από την πόρτα μου. Φωνάζει με την ντουντούκα: ο παλιατζής ο παλιατζής.
Να κατέβω; Ή μην είναι νωρίς ακόμα;
Τουλάχιστον να γίνω μια θαυμάσια εβένινη αντίκα. Με διακριτικά τελειώματα από μπρούτζο σκαλιστό να σχηματίζει άνθη και ρόδακες ….
Ένα μπαγιού με περίτεχνη μαρκετερί όλο τριαντάφυλλα. Κάτι που να φυλάς εντός του τις αναμνήσεις σου, χωμένα χαρτιά στο συρτάρι, υπόλοιπα κεριών που φώτισαν ένα ονειρικό δείπνο για δυο, γράμματα γαλάζια δεμένα με μεταξωτή κορδέλα, τριαντάφυλλα που πατικώθηκαν ανάμεσα από βαριά βιβλία κι έγιναν σελιδοδείχτες, ξεθωριασμένες φωτογραφίες νιότης και σελίδες ημερολογίων κιτρινισμένες, ξεχασμένες χάντρες και πέτρες που ξέβρασε το κύμα ένα θεσπέσιο καλοκαιρινό δειλινό…
Κάτι που να φυλάς ό,τι πραγματικά αξίζει.