Κείμενα που κατά καιρούς έγραψα και δημοσίευσα στο διαδίκτυο





Εαρινή Ισημερία




Η επίσημη "Πρώτη" της Άνοιξης...



Μας ταλαιπώρησε και φέτος.
Διστακτική, σαν σκερτσόζα νεαρή κοπέλα κοιτούσε σαν να μην ήξερε πότε να κάνει την εμφάνισή της.
Πότε θα χυμήσει ολοζώντανη κατεπάνω μας και να διώξει κάθε σκιά, κάθε παγωνιά κάθε τι θλιμμένο. Με το γέλιο του ουρανού.
Πανώρια και ολόξανθη, ακαταμάχητη και πάντα νέα, ροδαλή και τρυφερή η Άνοιξη με άνθη στα μακριά μαλλιά της, εισέβαλλε στον κόσμο μας να τον αναζωογονήσει για άλλη μια φορά.
Με τον Μάρτη, τον πρωτότοκο, λίγο δύστροπος αλήθεια, συνεσταλμένος, αυτός που δεν μοιάζει και τόσο με τους επόμενους.
Ψηλόκορμος κι ευθυτενής, σαν πρίγκιπας στα βελούδινά του. Με μειδίαμα στα χείλη και μάτια άλλοτε να σε παγώνουν σαν σε κοιτούν κι άλλοτε να σε θερμαίνουν υπέροχα με υποσχέσεις που ξέρεις καλά πως δεν θα τηρήσει.
Και ξοπίσω του ο Απρίλης, ο μπουκλωτός, ο γελαστός ξανθός Απρίλης, ο πάντα εύχαρις, κείνος με τα ροδοκόκκινα μάγουλα και τα νερένια μάτια.
Πώς να αντισταθείς σ’αυτόν; Ξέρεις ότι δεν είναι και τούτος σταθερός, μια εδώ μια εκεί μοιράζει την ζωντάνια του λες και χορεύει, σύντομα θα σε προδώσει, δεν είναι να βασίζεσαι, μα είναι τόσο φωτεινός, τόσο απλόχερα γλυκός, και τα ματάκια του, αχ, τα ματάκια του πώς παίζουν με το χαμόγελο, θαρρείς κι όλο εκεί κρύφτηκε αντίς να'ναι στο στόμα του και καθρεφτίζεται εκεί, σ’αυτό το τσακίρικο, το τσαχπίνικο βλέμμα του το γελαστό.
Ο Απρίλης ο βεργολυγερός με τα μαργαριταρένια δόντια και τα απαλά τα ακροδάχτυλα. Στις μπούκλες του σκαλώσαν μικροσκοπικά αγριόχορτα από το κύλισμά του στο χορτάρι. Θρυμματισμένα χαμομήλια ξεφυτρώνουν απ’τους βόστρυχους. Και συ να θες να περάσεις το χέρι στους κροτάφους του, σα να χτενίσει δήθεν τις μπούκλες τις ανάλαφρες, απ’τα χορτάρια ν’απαλλάξει, έτσι θα φανεί, μα θες να τον αγγίξεις, λίγο, έτσι την θέρμη του να νοιώσουν τα δάχτυλά σου.... αχ αυτός ο πλάνος...
Εκείνος που τόσο υμνήθηκε, που λέει για αυτόν ο Ποιητής: ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε.
Και στο τρίτο σχεδίασμα συνεχίζει: Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη/ κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα.
(Κείνο το έξοχο έργο του Σολωμού με την ζωή από την μια, και το περήφανο κι αναπόφευκτο τέλος από την άλλη)

Μύρισε ο κόσμος ευωδιά....
Ήρθε η Άνοιξη με τον λευκό λαμπρό χιτώνα, κεντημένο με όλα τα άνθη του αγρού, όλα τα χρώματα του κόσμου, να θροΐζει στο απαλό αεράκι.
Κρατώντας από το χεράκι το καλύτερό της, τον Μάιο, τον εύμορφο μήνα, το στερνοπούλι της. Τον μήνα που θα σκορπίσει μυρουδιά καλοκαιριού απλόχερα, σαν προοίμιο της απέραντης ζεστασιάς του. Αυτόν που σε κοιτάει κατάματα, δεν παίζει τούτος εδώ, δεν έρχεται και φεύγει, ήρθε τροπαιούχος της αναγέννησης και νικητής του θανάτου.
Τον Μάιο των λουλουδιών, της Φύσης τον πιο καλό ζωγράφο.
Τον ποιητή της χαράς του έρωτα, του φωτός.
Τον Μάη που στρώνει το πιο καλό χαλί της η Φύση να τον υποδεχθεί. Καταπράσινο και διάσπαρτο άνθη πολύχρωμα, πετράδια χρώματος που λαμπιρίζουν στον ζωοδότη ήλιο.

Και είναι ετούτο που ο Μάης συμβολίζει στις καρδιές των ανθρώπων, την νίκη της Ζωής στο Θάνατο. Από την εποχή εκείνη τη μακρινή που υπέμεναν τους δύσκολους χειμώνες και τον βαρύ ύπνο της φύσης, από τα χρόνια που η ζωή των ανθρώπων αφουγκραζόταν τον περιβάλλοντα κόσμο και ήταν ένα μαζί της, από τότε ακόμα περίμεναν να συμπληρωθεί αυτός ο μαγικός κύκλος της ζωής ως νάρθει, για άλλη μια φορά, η αναγέννηση.
Τους δόθηκε έτσι σαν μήνυμα ουράνιο ότι τούτος ο θάνατος δεν ήταν πραγματικός, τίποτε άλλο από ένας βαθύς ύπνος να πάρει δυνάμεις η ζωή και πάλι να αναγεννηθεί και να πλημμυρίσει σαρωτική τα πάντα τριγύρω.
Ανθεστήρια και Ανθεσφόρια, με διονυσιακή χαρά γιορτασμένα, η Περσεφόνη των Ελλήνων και η θεά Φλόρα των Ρωμαίων, τα Ροζάλια και τα Φλοράλια, ο Μαϊουμάς των Βυζαντινών, παντού και πάντα οι άνθρωποι γιορτάζουν τη βλάστηση που ξεπηδά τριγύρω, την ευφροσύνη και την ομορφιά.
Η πρώτη μέρα του Μαγιού, του Χρυσομάη, γιορτάστηκε σαν μέρα χαράς, μέρα ανθοστόλιστη. Πλέχτηκαν στεφάνια μαγιάτικα, λουλούδια αντάμα με στάχυα, οι άνθρωποι χόρευαν, αγόρια και κορίτσια σχημάτιζαν κύκλους χορεύοντας χέρι χέρι. Τα γαϊτανάκια σε κάποιους τόπους στολισμένα λουλούδια, σε κάποιους άλλους κλώνοι ανθισμένης ιτιάς τριγυρνάνε ένα μικρό παιδί, τον Μάη, με στεφάνι από μαργαρίτες να στολίζει τα μαλλάκια του. Και κουδούνια ηχούν για να πουν την έλευσή του. Ανακηρύσσουν την βασίλισσα ή τον βασιλιά του Μαγιού, χαίρονται και γελάνε.
Αναθαρρούν κι οι χυμοί της ζωής στις φλέβες των ανθρώπων. Αφυπνίζονται συναισθήματα, παρασύρονται και ξεδιπλώνονται όλες οι αισθήσεις.
Τα έθιμα αυτά που επιβιώνουν, όσα από αυτά, είναι μια μακρινή ανάμνηση μιας τελετουργίας που αποσκοπούσε να φέρει γονιμότητα στους αγρούς. Κι αν σε μας τους κλεισμένους σε τσιμεντόκουτα ανθρώπους δεν μας αγγίζουν, το πολύ πολύ ένα στεφάνι από μαργαρίτες σε κάποιο μπαλκόνι ή έτοιμο αγοραστό με το φελιζόλ του και με τα όλα του, (δεν σκύβεις να τα συλλέξεις, άσε και πού να τρέχεις να τα βρεις...), αν λοιπόν αυτά δεν μιλάνε πια, είναι που ο άνθρωπος έχει ανεπίτρεπτα αποκοπεί από την φύση της οποίας ένας κρίκος μοναχά είναι. Από την ίδια του την φύση. Και οι άνθρωποι που αν δεν φρόντιζαν την σοδειά τους, δεν θα είχαν να ζήσουν, τους καρπούς του κόπου τους που σπυρί σπυρί έσπερναν στη γη, απόλυτα εξαρτημένοι έμεναν από τα φερσίματά της, έκαναν τελετές για να παρακαλέσουν για την γονιμότητα των αγρών. Για να επαναληφθεί ο κύκλος άλλη μια φορά, να καρπίσει η γη και να τους θρέψει.
Η ζωή να ανοίξει τα πέταλα της κι απλόχερα και γενναιόδωρα να τους χωρέσει όλους μέσα σε ξύπνημα νιότης και χαράς.


Αυτό που βλέπεις άδειο και ξερό, δεν είναι. Συμπληρώνει τον κύκλο του και αναγεννάται ξανά. Γι’αυτό και η ανάσταση στις θρησκείες είναι το υπέρτατο σημείο, η νίκη. Η δύναμη της ζωής που επανέρχεται. Τα σκοτάδια του θανάτου που χάνονται μπροστά της. Στην φύση ένας κύκλος αέναος, στους μύστες συμβολικά δίνει το σκήπτρο της ένωσής των με το Ανώτερο Ένα. Την απόδειξη θεότητας.
Το θεϊκό κομμάτι που κρύβεται σε κάθε τι.
Άσβεστο.
Κι άλλοτε ησυχάζει, κι άλλοτε ξυπνά.
Μα πάντα υπάρχει.


(γράφτηκε ώς έχει, 21-3-2006)