Κείμενα που κατά καιρούς έγραψα και δημοσίευσα στο διαδίκτυο





Χιόνα



Λευκή ως χιών, απαλή σαν πέταλο ασπρορόδινης μαγνόλιας.
Μάτια στο χρώμα των νερών μιας λίμνης όταν καθρεφτίζει του φεγγαριού την πρώιμη εικόνα καθώς σιγά σιγά νυχτώνει.
Μάτια που άλλαζαν φως.
Αγαπημένη και πολυπόθητη, πάντα περνούσες ανάερα λες και δεν πατούσες στο έδαφος, σαν να πετούσες κύλαγες στον καιρό. Σαν θρόισμα. Σαν αερικό.
Τις μνήμες και τις επιθυμίες χάραζες.
Σε θυμάμαι πιο πολύ από τις εικόνες σου στο χαρτί, η ομορφιά σου αποθηκευμένη εκεί. Δάνειο του χρόνου στην μνήμη.
Η άλλη εικόνα σου, αχνή της μνήμης μου ομίχλη. Είναι της παρακμής σου και δεν θέλω.
Σε θυμάμαι σαν σε συναντώ.
Μα δεν θυμάμαι καθόλου την φωνή σου. Ούτε το γέλιο σου. Πού να το θυμάμαι αυτό μια και ποτέ σου δεν γελούσες;
Και τι είχες να γελάς άραγε; Είχες ζωή;
Εκεί που σε θυμάμαι, στους χρόνους που σε θυμάμαι, η ζωή σου ήταν η ζωή εν τάφω.
Εκεί σε θυμάμαι. Περίκλειστη.
Ψηλή και πανώρια εσύ, κι εγώ ένα μικρό παιδί, του αδελφού σου το μόνο γέννημα, εσένα, που την παραμονή που θα με ονομάτιζες φοβόσουν να με αγγίξεις. Σε είχε νικήσει η αρρώστια, η ίδια αρρώστια που επινόησες για να μην σε αγγίζουν άλλο πια. Για να σε αφήσουν ήσυχη.
Μα σ’άγγιξε έτσι το μαύρο. Αμετάκλητα.
Έτσι σε θυμάμαι, στιγματισμένη.
Με τα μισόλογα πίσω σου, ψίθυρους για σένα, χέρια που καλύπτουν στόματα φωνές που προσπαθούν να μην ταράξουν, μα έτσι στοιχειώνουν πιο πολύ.
Ρημαγμένη σε θυμάμαι.
Χιόνα.
Στου χειμώνα τους καιρούς.
Φιγούρα των παιδικών μου χρόνων, στοιχειό από τις κορνίζες σου με κοιτάς. Με τα αιθέρια μάτια σου, δυο πληγές να αναρωτιούνται πού είναι η ζωή σου που πάει και φεύγει. Ποιος στην υποθήκευσε. Ποιος στην πήρε.
Σε θυμάμαι στην πολυθρόνα σου πια, ηττημένη.
Σε θυμάμαι, χάραγμα μνήμης πνιγηρής.
Καπνίζεις αδιάκοπα και κοιτάς από το παράθυρο έξω.
Την ζωή έξω. Την ζωή αλλού.
Και σταυρωμένα χέρια. Άσπρα, νεκρικά. Αρθρώσεις λέπια λευκά. Πληγές. Τα έπλενες τα έπλενες δεκάδες φορές τα ένιβες να σβήσεις τι; Τι είχαν κάνει; Μην που υπέγραψαν τούτα τα χέρια τον χαμό σου; Αυτό ήταν το αμάρτημα που ήθελες να σβήσεις;
Τι;
Πότε άρχισε η πορεία να μην είναι αναστρέψιμη; Πότε άρχισε η ζωή να μην σου ανήκει;
Από κλινική σε κλινική. Θεραπεία στην θεραπεία. Που δεν έπιαναν, πού να πιάσουν; Αλλού ήταν το πρόβλημα μα ποιος να στέρξει να το δει;
Να σε αφήσουν ήσυχη να ζήσεις, αυτό ήθελες.
Να μην σε αγγίζουν. Έτσι.
Τα νιάτα σου τα ατελείωτα, τα ρόδινα σου χρόνια, τα βιολετιά τα πορφυρά τα χρόνια σου τα ζωηρόχρωμα.
Έτσι.
Κυκλάμινα οι μνήμες από τους βράχους της ζωής σου ξεπηδούσαν.
Έτσι.
Να καβαλάς την μηχανή και ως χαράματα να τρέχεις. Να γυρνάς πίσω μαζί με το φως των λύκων. Ξεκαβαλικεύεις και τινάζεις τα μαλλιά σου, ευπλόκαμη εσύ. Τα μεταξωτά μαλλιά σου τα ολόφωτα.
Άλικο στόμα πάντα κλειστό. Σχήμα κοντυλένιο, απαράμιλλα θελκτικό. Κι ένα μειδίαμα υποβόσκον. Στις παρυφές του η σπιρτάδα. Κι η λέξη που δεν ειπώθηκε.
Βλέμμα κάτω από πυκνές βλεφαρίδες. Βλέμμα που μιλούσε όλα όσα τα χείλη σου αρνήθηκαν ν’αποκαλύψουν. Βλέμμα, σπινθήρες.
Η γητειά σου η απαράμιλλη.
Με έρωτα σμίλη θεών σε έπλασε.

Σε πήρε και σε βάστηξε σαν φυλαχτό. Σε ερωτεύτηκε τόσο που σκέφτηκε πως μόνο σ’ εκείνον έπρεπε να ανήκεις. Να σ’απομονώσει σκέφτηκε. Από κάθε τι απειλητικό της προηγούμενης ζωής σου χνάρι. Οι χρόνοι είχαν περάσει τότε από πάνω σου, μα διόλου δεν είχες μαραθεί. Μόνο κατοικούσες με πιο μεγάλη άνεση στην σιωπή. Μόνον αυτό. Να ήταν το μέλλον σου που ολοένα γινόταν και πιο διάφανο; Πιο αδύνατο να το ορίσεις; Ποιος ξέρει….
Μαύρο λιτό φόρεμα και τρεις σειρές μαργαριτάρια στον λαιμό ιριδίζοντα. Ψηλά τακούνια. Το έδαφος καρφώνεις βήμα βήμα.
Μελαγχολία και σιωπή. Το νέο σου πρόσωπο. Σύζυγος. Άκαμπτη.
Τρέχω να σ’ αγκαλιάσω. Έτσι μου είπαν να κάνω. Μα σε φοβάμαι, είναι η σιωπή σου μαύρο που ματώνει. Κι εκείνο το χαμόγελο μισοφέγγαρο χλωμό, κρύο, αιχμηρό. Και το άγγιγμά σου πάγος. Δεν το νοιώθεις, δεν το θέλεις, ούτε για μένα, το αίμα σου. Δεν θέλεις την σάρκα των άλλων να σ’αγγίζει.
Όχι πια.
Έχεις τελειώσει με τα αγγίγματα. Κάθε είδους.
Είσαι μακριά.
Τα Θέλω σου στοιβαγμένα από την μια και τα Πρέπει βουνό από την άλλη.
Και ματώνει η ζωή σου και φυλλορροεί.
Και κυλά στις συμβάσεις ανάμεσα.
Τα Θέλω σου κηδεύεις, και με τα Πρέπει που γιγαντώνονται αγριεύεσαι.
Κι ανταριάζει η ψυχή σου στα σωθικά σου που από δω και μπρος μόνον Πρέπει υψώνονται μπροστά σου.
Πρόθυμα προσπαθείς να τα κοπάσεις, μα τούτα πολλαπλασιάζονται. Δεν εξημερώνονται, ξένα κι άγρια είναι.
Να δραπετεύσεις, θα δραπετεύσεις. Να φύγεις κι ας είσαι εδώ.
Παρούσα -απούσα.
Απρόσιτη.
Ανέγγιχτη.
(επιτέλους)

Εσύ, μια θύελλα που κόπασε νωρίς…


Χιόνα σαν το χιόνι λευκή, με τα μάτια της λίμνης της αρυτίδωτης να καθρεπτίζουν τ’άπειρο. Κάπου μέσα της σαλεύει η ζωή, μα δεν την βλέπεις πια. Ρίχνεις κενό κι άλλο κενό και παρασύρει η δίνη του Τίποτε. Μάτια απλανή, μάτια της θλίψης σου.
Πόσους χρόνους την χάρηκες την ζωή σου και πόσους χρόνους εξέτισες την ποινή σου; Πόσο ζωή ήταν αυτή η ζωή η κεντημένη από πλήξη κι απομόνωση;
Εσύ ως τρόπαιο ανδρός σθεναρού.
Και η ζωή, αλλού.


Αγαπημένη μου (για δες, όσο ζούσες ποτέ μου δεν σ’αποκάλεσα έτσι…)
Σου χρωστώ τις μνήμες του μέλλοντός μου.
Καληνύχτα, εκεί που είσαι ίσως και ζεις πιο πολύ απ’τα πριν.