Κείμενα που κατά καιρούς έγραψα και δημοσίευσα στο διαδίκτυο





Α-ντίο





Ένοιωσε σαν ένα πλοίο που κυλούσε αργά αργά και βυθιζόταν σε ορίζοντες ομίχλης. Φαντάστηκε τον εαυτό της έτσι, σαν να σβήνει σε κάτι μέσα έτσι όπως σβήνουν τα χρώματα στην καταχνιά.
Στο πίσω μέρος του μυαλού της η μουσική υπόκρουση την εικόνα παράστεκε, μελαγχολική. Αυλός και μελωδίες νησιών του βορά, σε άχρονες μέρες. Κι εκείνο το ρημαγμένο πλοίο, ξύλινο σκαρί καπνισμένο από τους καιρούς, να χώνεται στο ανείπωτο.
Τι αίσθηση κι αυτή….έδιωξε τις σκέψεις, έλιωσε το υπόλοιπο τσιγάρο στο τασάκι και το αποφάσισε: Να τελειώνω. Τώρα.
Πήγε στην κουζίνα κι έβγαλε από το ψυγείο ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Ήδη ανοιγμένο για το κοκκινιστό και πάλι. Αλλά δεν θα έφτανε ως εκεί. Το κρασί και αυτή την φορά θα γινόταν σπονδή στην θλίψη. Μέσα της.
Πήρε ένα κρυστάλλινο κολονάτο ποτήρι, το μόνο που είχε απομείνει από μια εξάδα περίτεχνα σκαλιστών της γιαγιάς, και το γέμισε ξεδιάντροπα ξέχειλο. Το χρειαζόταν. Ήπιε μια γενναία γουλιά. Κάθισε στο τραπέζι, πήρε μια πένα κι ένα φύλλο χαρτί κι άρχισε να συντάσσει τις σκέψεις της. Τελεσίδικες.
Να μην σε ξαναδώ, σκέφτηκε. Να μην σε ξανασκεφτώ. Αυτό θα ήθελε.
Και τώρα ξεκινάει να γράφει. Αλλά αυτή την φορά δεν θα είναι ανεπίδοτο, όχι. Αυτή την φορά θα πάει. Θα σταλεί.
Επειδή σ’ αγαπώ πολύ.
Απέραντα κι ανείπωτα.
Επειδή αυτή τη φθορά δεν την αντέχω.
Επειδή ρημάζομαι
Επειδή σε θέλω.
Και δεν γίνεται.
Επειδή πάντα υπάρχει πιο πολύ από το πολύ.
Και δεν αντέχεται…
Και βυθίζομαι.
Καταποντίζομαι.
Φεύγω.

Από κάτω έβαλε ένα αντίο και το έκλεισε σε έναν υπόλευκο φάκελο.
(δεν είδα όμως αν είχε γράψει τίποτε πιο πάνω από αυτό, πάντα υπάρχουν πράγματα που υπερβαίνουν τις λέξεις)