Κείμενα που κατά καιρούς έγραψα και δημοσίευσα στο διαδίκτυο





Οι 365 μέρες των λέξεων -μονόλογος



Κλειδώνει η μέρα στην αμέσως προηγούμενη. Κρατάς το κλειδί, εσύ. Φυλακισμένες όλες, η μία μέσα στην άλλη σαν ρώσικες κούκλες. Κλειστές κούκλες, στα δυο σπασμένες.
Θα γράψω γραφή κρυπτική. Εκβάλλω στο χαρτί κωδικοποιημένη. Μην καταλάβεις, μη δεις. Μη δεις τι κάνεις. Μη δει κανείς.
Ποια είμαι, πού είμαι, γερνώ. Κάτω κοιτώ –όχι πίσω- και γερνώ. Και μπροστά μου εάν κοιτάξω πάλι θα γεράσω. Φθείρομαι και φθίνω.
Φθινόπωρο έχει φθηνές τις οπώρες. Και τα αισθήματα φθηνά είναι. Αναλώσιμα. Ή μήπως να πω ανύπαρκτα;
Να μην πω. Να ελπίσω. Πού είναι τα γυαλιά μου μήπως και τα δω;
Δεν έχω. Το ξέχασα. Με την ηλικία βλέπεις, βλέπεις πιο καλά. Διαυγέστερα. Αισθήματα δεν θα δω, ας πούμε λοιπόν πως θα προσποιηθώ ότι θα δω.
Μύωψ. Δεν βλέπει, ει μη μόνον θολά. Κι υποθέτει.
Ας προσποιηθώ μυωπία. Βαρεία.
Κι σύ τότε θα υποκρίνεσαι; Πρόσεξε. Κρίνεσαι σαν υποκρίνεσαι. Κάτω, πλήθος οι θεατές. Όλοι εγώ. Όλη είμαι εγώ. Ακόμα.
Και σε κοιτούν στα μάτια. Και στα χέρια. Τι κομίζεις.
Εν όσω αποκομίζεις.
Πλεονάζω, πάλι φράσεις πολλές –και περιττές- επωάζω. Πού θα πάει αυτό;
Σε φτάνουν; Εμένα δεν μου φτάνουν. Και ολοένα κι άλλες γεννώ.
Εκεί είμαι αειθαλής. Και αληθής.
Σκοτώνει ο άνθρωπος ό,τι δεν καταλαβαίνει. Πάντα. Αμαθής να δείχνει δεν επιθυμεί στις έννοιες. Και έτσι πυροβολεί και διαγράφει ό,τι αδυνατεί να εννοήσει.
Κενός αυτών. Κενός κι απών.
Περιττόν. Περιττόν να ομιλώ. Δεν δικαιούσθε δια να ομιλείτε, κυρία μου, δεν έχετε τι να πείτε. Στριφογυρνάτε στα ίδια και τα ίδια, κατάντησε βαρετό. Καθίστε εκεί στην γωνία να βλέπετε. Οι άλλοι τα κάνουν πιο καλά. Ζουν και δεν διαμαρτύρονται. Καταλάβετέ το αυτό, δεν διαμαρτύρονται. Τόσα χρόνια και δεν μάθατε πώς γίνεται αυτή η δουλειά…μετεξεταστέα θα σας αφήσουμε. Ανεπίδεκτη μαθήσεως.
Στην ίδια τάξη. Εντάξει. Να υποθέσω τώρα ότι όλο αυτό θα επαναληφθεί ξανά και ξανά μέχρι να το μάθω;
Ένα κουβάρι όλα. Και το μυαλό μου...
Βλέπω. Κι οσφραίνομαι.
Ακούω. Σε ακούω.
Τι εύκολα που παίρνεις ένα κοντύλι –σαν βέλος μοιάζει- και μου διαγράφεις το αύριο.
Σαν τι θες να κάνω; Λες να το δεχθώ; Καλά, και αυτό: δεν έχω Αύριο. Κάνε το πακέτο με το Σήμερα που δεν έχω. Κι άσ’τα να πεθάνουνε μαζί.
Ευτυχώς μου απέμεινε Παρελθόν. Και το αναμασώ. Τουλάχιστον αυτό είναι δικό μου. Το ελάχιστον, δικό μου
Ψέματα, πες μου ψέματα. Έτσι, σαν επικήδειο τα προτιμώ. Έχεις προσέξει πόσα ψέματα συλλέγουν οι επικήδειοι; Απίθανες ρεβεράντζες, μα από κανέναν εφεσίβλητες.
Σε μένα άλλο μην μιλάς. Πιάσε δουλειά. Και κάθισε και φτιάξε ένα λόγο για το παρόν και το μέλλον. Ένα λόγο που θες να τα διαγράψεις, να γράψεις. Εσένα που δεν σε νοιάζει. Εσύ που τα βλέπεις με απόσταση. Εσένα που δεν σε διακρίνει, δεν σε παροτρύνει η απόγνωση.
Και αγκαλιασμένα ας τα θάψουμε. Χους ει και εις χουν απελεύσει κι ας μην ήταν από χώμα, κι ας μην γίνονται χώμα. Μόνον στάχτες.
Και η σκόνη των καιρών.
Τελικά, ένα κατάλαβα: δεν ήμουν ποτέ ζωντανή
Τι καλά, έτσι εγώ δεν θα θαφτώ μαζί τους.
Κι έρχεται ταχύς ένας χειμώνας βαρύς, ενσκήπτει παγετός, χιών θα τα σκεπάσει βαθμηδόν.
Παίζω. Αυτό μου απόμεινε, να παίζω με τις λέξεις.
Έλα, πάρε μια κι εσύ και πλέξε κι άλλες:
Έρως