Κείμενα που κατά καιρούς έγραψα και δημοσίευσα στο διαδίκτυο





ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ή το λάμδα μιας λύπης)




Φιλώ σε, φίλιον το Αντίο



Το μαύρο δεν έρχεται κατ’ευθείαν.
Από το χρωματιστό πηγάζει που σκουραίνει. Σιγά σιγά. Βαθαίνει και πικραίνεται. Κι έπειτα ραίνεται, βροχή στις ώρες σου.
Μπορεί να έχει αφετηρία ακόμα κι ένα θερμό χρώμα (εκεί είναι η αδικία), ακόμα κι ένα σκουροκόκκινο, βαθύ, θερμό, του αίματος το χρώμα, μια φλέβα που πάλλεται όλο ζωή. Κι ετούτο εδώ το χρώμα να πυκνώνει, να πυκνώνει, ως να σβήσουν οι φωτεινοί του τόνοι και να επικρατήσουν οι άλλοι, του ερέβους οι μιμητές.
Δεν θες, αλλά έτσι είναι το Τέλος. Αυτή είναι η σύστασή του, ένα μαύρο.
Σου έρχεται αμετάκλητο, κι αμετανόητα πλημμυρίζει τα πάντα σου. Γεμίζει τα δευτερόλεπτα των σκέψεών σου. Ρωγμή καμία. Συμπαγές και ειδεχθές. Πυκνώνει πνιγηρό, οι ώρες σου -ο χρόνος, καρφιά στο κιβούρι των επιθυμιών σου. Κηδεύεις τον εαυτό σου λοιπόν. Φενάκη οι ελπίδες σου, στο ίδιο φέρετρο κλείσε τις μέσα. Μην ακούς αν ανασαίνουν, μην τις αφουγκράζεσαι, ρόγχος επιθανάτιος θα είναι, μην σε νοιάζει καν. Κλείσε τις γρήγορα και φύγε.

Κάθομαι στο άδειο δωμάτιο. Οι ήχοι όλο απομακρύνονται. Όλα απομακρύνονται, ως κι εσύ. Οι αλκυονίδες μέρες μου μόλις τελειώσαν.
Έξω η νύχτα. Πάντα η νύχτα. Που είσαι εσύ. Αδιάφανος, αδιασάφητος αδιαπέραστος, αδήλωτος.
Αδιάβατος.
(το αδιέξοδο, όλο δικό μου. Κατοχυρωμένο)
Η φυγή σου μοιάζει με προδοσία. Ρίψασπις οπλίτης της μάχης που δεν έγινε. Μη δεχόμενος να εξουθενωθείς σε μια αντιπαράθεση, στήθος με στήθος, καρδιά στην καρδιά, μνήμη στην μνήμη. Απών.
Αγνοώ και απορώ: φεύγει κανείς από μια ιστορία όταν μόλις τελείωσε τον πρόλογο του βιβλίου (τι θεαματικός πρόλογος, πώς προϊδέαζε για καινοφανή και υπέροχα συμβάντα!!!) και άρχισε να αγγίζει το κυρίως μέρος; Πώς φεύγει όταν δεν το εξάντλησε, μου λες; Μάλλον έλκεται από ανάγνωσμα πιο εύπεπτο, αυτό λέω εγώ… Πιο ανάλαφρο, σαν πεταλούδα. Κολεόπτερον πλήρες ελκυστικών χρωμάτων. Κι έλκεται ως νηπενθές.
Πέτρα ήμουν, συμπαγής και σοβαρή. Καθόλου δεν σου ταίριαζα, το αντιλαμβάνομαι επιτέλους. Συ ως αέρας ήλθες και απήλθες. Άλλος θα σου προσμετρούσε ελαφρότητα και επιπολαιότητα, αλλά όχι εγώ. Μάλλον είχες το εκμαγείο και έψαχνες κάτι να βάλεις εντός. Ακριβώς. Ούτε να περισσεύει ούτε να υπολείπεται. Δεν ήμουν. Δεν είμαι τόσο ευέλικτη για να αλλάζω ανάλογα με τις επιθυμίες. Είμαι μόνον εγώ.
Εγώ;
Βλέμμα που όλα τα προσμετρά, όλα τα διυλίζει εντός, τα τεμαχίζει, τα ερευνά και τα συναρμολογεί ξανά, διαγνωσθέντα. Διόλου ελκυστικό αυτό, δεν συνάδει με εποχές ελαφρότητος, το αναγνωρίζω. Λείπω από την εποχή μου, απουσιάζω.
Λίθος λοιπόν, κι ουχί πολύτιμος, και σίγουρα όχι η Λυδία λίθος της ζωής σου! Λίθιο για μένα, την ηλίθια που ήλπισα πολλά. Κυρίως ότι θα μπορούσα να σου είμαι απαραίτητη όπως με είχες διαβεβαιώσει.
(σ’αυτές τις λέξεις σου να είχες τουλάχιστον βάλει ένα φρένο, ένα φράγμα, κάτι, να μην περνούσαν, να μην έφταναν ως εμένα, συνεργό στην επιπολαιότητά σου να μην με είχες κάνει)
Και να βρεθώ ποθώ στην λήθη, να μην θλίβομαι πια από την πληγή. Της λήξης μου.
Λυπάμαι. Που πιάστηκα τόσο παιδί. Που έκανα τόσο λάθος να αφεθώ στις αισθήσεις μου.
Που υπήρξα έτσι.
Άνευρη και ανίδεη του καιρού μου όφειλα να διέρχομαι. Και να μετέρχομαι, βαθέων συναισθημάτων διαρκώς απούσα. Ανύποπτη κοιμωμένη, τον ύπνο της οποίας όφειλες να μην διαταράξεις. Να σεβόσουν τον βαθύ μου λήθαργο. Να σιωπούσες εξ αρχής. Σε κρυσταλλικό κιβούρι- λίκνο, κοίμιζα την ζωή που διήρχετο. Που με προσπερνούσε. Ας με προσπερνούσε. Σύ όφειλες να με προσπεράσεις. Και που στάθηκες, τι έγινε; Σύντομη στάση, ούτε το μετρό να περίμενες. Έτσι νομίζεις ότι διανύονται οι αποστάσεις; Σαν μια ριπή ανέμου; Κι έτσι λήγουν; Όπως η ίδια η ριπή σβήνει το κερί;
Δεν είμαι κερί, είμαι φλόγα. Και συ τυφλός που δεν το είδες.
Αλλά ας είναι. Σταματώ. Δεν σε κατηγορώ για όσα έζησα, χάρισμά σου, σε κατηγορώ για όσα δεν έζησα.
Ή μάλλον ούτε και για αυτό, μεγάθυμος ούσα. Ούτε και για αυτό….
Φτάσαμε στον επίλογο επιτέλους (με το μεσοδιάστημα κενό, τι αλλόκοτο βιβλίο!)
Σκηνικό προαναγγελθέντος τέλους. Από μακριά το έβλεπα να διαφαίνεται. Να εξυφαίνεται, στημόνι οι λέξεις σου, υφάδι οι σιωπές σου.
Τώρα το ύφανες όλο στον αργαλειό των πεπραγμένων σου, κάλυψέ με με αυτό να μην με βλέπεις πια.
Σάβανο νεκρικό. Παραδίδομαι. (πού;)

Να μην ανησυχείς, δεν θα φωνάξω καθώς θα ταξιδεύεις με τον ήλιο.